Σωτήρης Δημητρίου : «Σαν το λίγο το νερό», εκδόσεις: ελληνικά γράμματα

 

Γράφει η Βάντα Κουτσοκώστα* 

Συγκλονιστικός, ευρηματικός  και αφαιρετικός όπως πάντα, καθηλώνει για άλλη μια φορά ο  ηπειρώτης συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου, ο οποίος μέσα από το  βιβλίο του «Σαν το λίγο το νερό» , επιχειρεί με επιτυχία το μεταφυσικό ταξίδι μιας ψυχής , από  την κατάδυσή της στον Άδη και την ανύψωση στους αιθέρες όπου περιπλανιέται μετά θάνατον, στην άνευ όρων κατάδυση στο βυθό της  ανθρώπινης ύπαρξης , για να ανασύρει στην επιφάνεια και να βγάλει στο φως ό,τι σκοτεινό, ποταπό και χθόνιο την ακολουθούσε όσο βρισκόταν εν ζωή.

Το τοπίο πλοκής του πεζογραφήματος καθώς και της  μετά θάνατον πορείας  του ήρωά του, δεν  χαρακτηρίζεται όμως μόνο από τη μεταφυσική του σύνθεση ή αποσύνθεση, αλλά περνάει και στη ζώσα καθημερινότητα του παρελθόντος χρόνου του, όπου ο συγγραφέας μας μεταφέρει με το δικό του μοναδικό τρόπο στο γενέθλιο τόπο, στην ακριτική Θεσπρωτία και αφήνει ελεύθερα να μας μιλήσει αυτή η τόσο ζωντανή γλώσσα του τόπου του, η οποία μέσα στην απλότητά και τη λιτότητά της κρύβει τα πιο πλούσια και βαθιά νοήματα.            

Ο ήρωάς του , νεκρός όντας , περιπλανιέται μετέωρος στο αόρατο σύμπαν, ορατό όμως γι αυτόν και το συγγραφέα, καθώς το οριοθετεί πάνω από τη ζωή της πόλης και του χωριού, μεταφέροντας σε αυτή την οριοθέτηση ,την απόσταση κόλασης και παράδεισου τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού τοπίου του ανθρώπου.

Με αξιοζήλευτο λογοτεχνικά τρόπο ο συγγραφέας πηγαινοέρχεται με άνεση από το μεταφυσικό στο ρεαλιστικό και αποδεικνύει ότι η λογοτεχνία ανθεί όχι μόνο στη ζωή αλλά και στη ματαίωση αυτής. Το βέβαιο δε είναι ότι ανθεί παραμένοντας αειθαλής στην αυθεντική χωριανική ζωή , η οποία αποτελεί και την αστείρευτη πηγή έμπνευσής του.

Θα έλεγα ότι πέρα από την ευρηματικότητα του κειμένου ή τη μοναδικότητα της γλώσσας  του Δημητρίου που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία του και του φυλάσσει έναν ξεχωριστό θώκο όχι μόνο στον Ελληνικό λογοτεχνικό χώρο αλλά και ευρύτερα, αυτό που ξαφνιάζει στο βιβλίο αυτό, είναι η ειλικρίνεια και η κατά κάποιο τρόπο αυτοκριτική του για ό,τι ευτελές και βρώμικο ,ωστόσο ανθρώπινο, με το οποίο ο αφηγητής πορεύτηκε στη ζωή του, κυρίως δε για την έλλειψη συμπόνιας , το ψεύτικο ενδιαφέρον και την κολακεία του για τους άλλους.

Σε πολλά σημεία το κείμενο φαίνεται να φέρει τη διάθεση του συγγραφέα για μια αυτοκάθαρση και αυτό ακριβώς είναι που σε κάνει να τον θαυμάζεις ακόμα περισσότερο για την γενναιότητά του να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο και να ξεγυμνώσει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη τη δική του ενοχική αλήθεια ,η οποία όπως άλλωστε συμβαίνει στον καθένα μας, αποτελεί ένα εσωτερικό αγκάθι, ένα σπυρί γεμάτο πύον από το οποίο απαλάσσεσαι μονάχα αν έχεις την παλικαριά να το σπάσεις.

Το μεγαλείο του κειμένου βρίσκεται ακριβώς εκεί. Στο ότι δηλαδή ο αναγνώστης έρχεται τόσο κοντά στην αλήθεια του Δημητρίου, ώστε θέλοντας και μη θα ανακαλύψει και την όποια δική του βρωμιά μέσα του.

Τελικά ο αφηγητής ευφυώς επιλέγει ως λύτρωση το δρόμο της επιστροφής στην απλότητα της ζωής των γυναικών του χωριού του, εκεί όπου όταν ήταν μικρός έκανε πως κοιμόταν και έστηνε αυτί για να ακουρμαίνεται όλα όσα έλεγαν μεταξύ τους, καθώς  μη κυνηγώντας την ατομική τους και μόνο ευτυχία- όπως συμβαίνει σήμερα στον αστικό τρόπο ζωής- αντιμετώπιζαν με   στωϊκότητα τα πάντα.

Πίσω λοιπόν ξανά στην ιδιαίτερη πατρίδα. Στην Ήπειρο των παιδικών του- και παιδικών μας- χρόνων, με τη λαϊκή σοφία να απαντάει και μόνο με δυο κουβέντες  σε βασανιστικά ερωτήματα χρόνων. Με εκείνες τις μαυροντυμένες απλές γυναίκες που όμως είχαν τη δύναμη είτε με τον ποιητικό λόγο και τα τραγούδια ( τα μοιρολόγια ή τα νανουρίσματά τους) , είτε και με τη σιωπή τους να σε βοηθήσουν να βγάλεις από μέσα σου κάθε ψυχικό φορτίο.

… «Όσο έτρεφε ο ποιητικός τους λόγος τις ψυχές τους, άλλο τόσο τις έτρεφε και η σιωπή. αυτή η πολύσημη σιωπή της φύσεως, που τον καμβά της κεντούσαν απρόσμενοι φυσικοί ήχοι. Ο κούκος, το αηδόνι, η αίγα, το τριζόνι, ο αγέρας, το γομάρι, ο αχός της λακκιάς , τα μελίσσια, η ανθογέννησις. Αυτοί οι ήχοι, υφάδια στο στημόνι της σιωπής, δημιούργησαν την προσωδιακή ομιλία τους. Η σιωπή της νύχτας επίσης-ιδίως της θερινής- τους συνέδεε με τον ήχο του ουρανού».

O Σωτήρης Δημητρίου (1955) γεννήθηκε στον Αμπελώνα (Πόβλα) της Θεσπρωτίας. Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Εκδίδει μυθιστορήματα και διηγήματα από το 1989, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ολλανδικά, τα ισπανικά και τα αλβανικά.

* Η Βάντα Κουτσοκώστα είναι συγγραφέας, στιχουργός