Μάνθος Σκαργιώτης : "ένα κλειδί τρεις πόρτες" - μυθιστόρημα, εκδόσεις Μεταίχμιο
της Βάντας Κουτσοκώστα
<!--[if !supportEmptyParas]-->
Πόσο άραγε μπορεί να αντέξει η ανθρώπινη ψυχή το άχθος και το άγος των κρυμμένων μυστικών; Ως πότε ο άνθρωπος θα μπορεί να παλεύει με τις ερινύες ; Όσο υπάρχει ζωή θα πεις. Μα ναι βέβαια, είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση αυτή η πάλη, καθώς δε χωρεί αμφιβολία πως εκτυλίσσεται ως ύστερη πράξη στο θέατρο του πολέμου του καλού με το κακό, όταν αφήσει ο άνθρωπος το κακό να νικήσει. Συνήθως διαρκεί ως το θάνατο , ενίοτε όμως επεκτείνεται και πέραν αυτού καθώς σφραγίζει την άνευ επιστροφής αναχώρηση από τη ζωή ως επαίσχυντη υστεροφημία, αν τελικά το μυστικό διαρρεύσει.
Στην περίπτωση του Λευτέρη, του ήρωα του νέου μυθιστορήματος του ηπειρώτη συγγραφέα (από το Μονολίθι Ιωαννίνων) Μάνθου Σκαργιώτη «ένα κλειδί τρεις πόρτες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ο εσωτερικός αυτός πόλεμος διήρκησε είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια για τον ίδιο και άφησε τη μολυσμένη σκόνη του στην αιωνιότητα, όταν αυτός αποφάσισε να σπάσει την οικογενειακή «ομερτά» και το μυστικό έγινε κτήμα της τοπικής κοινωνίας.
Αποτέλεσμα η συγγραφή του έξοχου αυτού μυθιστορήματος το οποίο βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά μιας οικογενειακής τραγωδίας που έλαβε χώρα σε χωριό της Ηπείρου στα πέτρινα χρόνια της εφταετίας.
Τα κοινωνιολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου τοπίου τα οποία έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο και οδήγησαν στα δραματικά περιστατικά δεν είναι και τόσο άγνωστα, αλλά αρκετά συνηθισμένα θα έλεγα στην κλειστή κοινωνία της υπαίθρου και μάλιστα μια τόσο σκληρή εποχή.
Ένας πατέρας φαλλοκράτης όσο δεν παίρνει, παρανοϊκός και ανάποδος ,αντιφατικός και δύσθυμος, τη μια να επιδίδεται στην πιο θεάρεστη πράξη και την άλλη στην πλέον εγκληματική και κατακριτέα, σκληρός και δύσβατος σαν τα κακοτράχαλα ηπειρώτικα μονοπάτια, να βασανίζει τη μάνα, να τυραννάει την οικογένεια , να γίνεται φόβος και βαθιά πληγή, ένα αγκάθι που βλασταίνει , παρασιτεί και τρυπά ψυχή και σώμα, το οποίο όμως όταν η οικογένεια αποφασίζει να ξεριζώσει, δεν έχει παρά να χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο με την οποία εκείνο ρίζωσε μέσα της.
Η ενδοοικογενειακή βία τρέφεται από τις σάρκες της, ανακυκλώνεται και ζητάει εκδίκηση. Η μητέρα και ο μεγαλύτερος αδερφός απαλλάσσονται από τον τύραννο πατέρα με ένα προμελετημένο και ειδεχθές έγκλημα ,ενώ προσπαθώντας να εξαλείψουν τα ίχνη, εμπλέκουν και το μικρότερο αδερφό, το Λευτέρη, ο οποίος μετά το έγκλημα εξαφανίζεται. Ωστόσο η λύτρωση δεν έρχεται. Κάθε άλλο. Ο βιασμός της ψυχής είναι περισσότερο επώδυνος από την κακοποίηση του σώματος.
Η μητέρα βρίσκεται υπόλογη για την έλλειψη του πατέρα στα άλλα παιδιά της και υπόλογη απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Ο συναυτουργός της στο έγκλημα μεγαλύτερος γιος θάβει μέσα του κάθε αξία και καπηλεύεται νεκρό και εξαφανισμένο όταν κηρύσσονται νεκροί, αποδίδοντας το θάνατό τους στην τιμωρία της οικογένειας από τη χούντα για τη δική του δήθεν αντιστασιακή δραστηριότητα.Το ένα έγκλημα πάνω στο άλλο και το θεριό μέσα στις ψυχές, ιδιαίτερα του Λευτέρη αλλά και της μάνας, συνεχώς ακονίζει τα νύχια του και ετοιμάζεται να επιτεθεί.
Το έγκλημα από προσωπικό-οικογενειακό σιγά σιγά σαπίζει όλο τον ιστό που πλέκεται γύρω από τους ήρωες και αφορά κάθε πεδίο δράσης τους. Μετατρέπεται σε έγκλημα συναισθηματικό, οικονομικό, πολιτικό με αρνητικές προεκτάσεις στη ζωή και το μέλλον όλων των προσώπων που συνδέονται με τον ένα ή άλλο τρόπο με τους πρωταγωνιστές.
Ο ρόλος θύματος-θύτη εναλλάσσεται συνεχώς κατά το δοκούν των ηρώων κυρίως αυτών οι οποίοι είδαν το έγκλημα όχι ως λύτρωση, όπως για παράδειγμα η μάνα- ανεξαρτήτως του αν αυτή δεν ήρθε ποτέ-, αλλά όσων εθελοτυφλώντας προσπάθησαν να πατήσουν σε αυτό για να εξευμενίσουν τον μέσα και έξω τους κόσμο ώστε να καρπωθούν οφέλη, όπως ο μεγαλύτερος αδερφός ο Γρηγόρης.
Οι ερινύες όμως καραδοκούν και περιμένουν την ώρα να εμφανιστούν, είτε με τη μορφή άγριου πετούμενου που η σκιά του στον τοίχο εκεί που πετάχτηκε το αίμα του σκοτωμένου μεγαλώνει όλο και πιο πολύ και λαχταρίζει τη μάννα, κι ας πλύθηκε κι ας ασβεστώθηκε τόσες φορές ο λεκές, είτε με τη μορφή ανήμερου θεριού στην ψυχή του εξαφανισμένου Λευτέρη που κάποτε θα γυρίσει πίσω, να διεκδικήσει όχι απλώς μερίδιο από την περιουσία όπως επιτακτικά το ζητάει, αλλά την κάθαρση ,όπως εύστοχα ο συγγραφέας αφήνει να διαφανεί. Και τότε μέσα σε μία μόνο νύχτα όλα ανατρέπονται…
Ατμοσφαιρικό, με σφιχτή γραφή και εικόνες που συγκλονίζουν, ψυχολογικό, με αξιοθαύμαστη την ικανότητα του συγγραφέα να διεισδύει στο βαθύτερο εγώ των ηρώων και να φωτίζει όλες τις κρυφές πλευρές του χαρακτήρα τους, με φόντο πάντα το γκρίζο τοπίο της Ηπείρου της δεκαετίας του 60 και του 70, όταν η ορεινή Ελλάδα προσπαθεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί λόγω της φτώχιας και της εγκατάλειψης, με ζωντανές τις εικόνες από τη ζωή της υπαίθρου και τον αγώνα των κατοίκων για επιβίωση , με σπάνια λαογραφικά στοιχεία και γνωρίσματα ντοπιολαλιάς , ο Μάνθος Σκαργιώτης πλέκει αριστοτεχνικά την ιστορία του και μας δίνει ένα μυθιστόρημα που κόβει στη μέση την ανάσα και κρατάει την αγωνία του αναγνώστη αμείωτη μέχρι τέλους.
Βιογραφικό
Ο Mάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο Mονολίθι Iωαννίνων το 1952. Σπούδασε φιλολογία στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Zει στην Aθήνα και εργάζεται στη Mέση Eκπαίδευση.Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, "Mατωμένοι Σάρακες" και "Στο ρυθμό της Kύπρου" καθώς και τα μυθιστορήματα "Tο λαθραίο", "H αλάνα με τις ακονόπετρες", "Oυδέτερη ζώνη", "Δώδεκα μήνες δεκατρία φεγγάρια", ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά.
Εχει δημοσιεύσει εισαγωγικές μελέτες για το έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, του Κώστα Κρυστάλλη και του Γιώργου Κοτζιούλα. Από το 2002 παρουσιάζει τα «πορτρέτα» ηπειρωτών δημιουργών στο Δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων.
Η πορεία του στο χώρο της ποίησης έχει τιμηθεί με το Α΄ βραβείο από το δήμο Καλλιθέας Αττικής το 1983, το Α΄ βραβείο από το "Φιλολογικό Παρνασσό" και έχει λάβειτο Α΄ βραβείο Διηγήματος από το σύνδεσμο "Ελλάς-Κύπρος" το 1992. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά.

